Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

ΠΩΣ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΑΝ;



Πώς το κατάφεραν αυτό
που μέχρι χτες αδύνατο φαινόταν;
Να μας στερήσουν από κείνα
τα σημαντικά που λέγαμε περήφανα
πως δεν μπορεί το χρήμα ν' αγοράσει;
Πίστη κι ελπίδα να ληστέψουν...


(Ιούνιος 2010)


Βρείτε την Αγγελική Μπούλιαρη και τα βιβλία της εδώ:

http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/egw-agapw-auth-kapnizei.html












ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ΤΟ ΠΙΟ ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΟ ΠΛΑΣΜΑ ΕΠΙ ΓΗΣ


Απόσπασμα από τη νουβέλα "Εγώ αγαπώ, αυτή καπνίζει" που έδωσε και τον τίτλο στο βιβλίο - Από το ημερολόγιο της Λυδίας 


Τρίτη, 20 Φλεβάρη  

Άνθρωπος: Το πιο απελπισμένο πλάσμα επί γης…
Όλοι ψάχνουν κάτι να τους κρατήσει ζωντανούς.
Άλλοι ψάχνουν το νόημα της ζωής στην υπερβολική ταχύτητα, σ’ αυτήν ακριβώς που τελικά τους στερεί τη ζωή…
Άλλοι στην σκληρή, ακατάπαυστη εργασία, που δεν αφήνει περιθώριο στο μυαλό να σκεφτεί, στην ψυχή να νιώσει. Και γι’ αυτούς πάλι το νόημα της ζωής βρίσκεται στην ανυπαρξία ζωής…
Ψάχνω κι εγώ. Τη δική μου ουτοπία. Μιαν αγκαλιά στεγνή από αίμα, σίγουρη, αδιάβροχη, αδιαπραγμάτευτη.
Να με κλείσει και να με νανουρίσει. Να με ησυχάσει και να με βεβαιώσει ότι όλα εκεί έξω είναι το ψέμα, το παραμύθι με τα στοιχειά και τους κακούς, κι εδώ μέσα, σ’ αυτή την αγκαλιά, είναι η αλήθεια, η πραγματικότητα, είναι η ζωή, το νόημα της ζωής…
Μέχρι τότε…
Μια εικόνα, μια στιγμή, μια σύντομη αίσθηση ευτυχίας.
Το πέταγμα του γλάρου, η ομορφιά του τσαλαπετεινού.
Μια σταγόνα βροχής στο μάγουλο, που σε κάνει να γυρίσεις το βλέμμα ψηλά στον ουρανό, να δεις το συννεφάκι που την έστειλε, ακριβώς τη στιγμή που η ζέστη είχε αρχίσει να γίνεται κουραστική.
Δροσοσταλίδες να γλιστρούν στα πλατιά φύλλα του φυτού στη γλάστρα έξω από την πόρτα σου.
Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου το πρωί, στο τραπέζι της κουζίνας, πάνω στο γυάλινο βάζο με το ξανθό μέλι.
Η τελευταία κόκκινη αναλαμπή στον ορίζοντα το σούρουπο.

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

ΧΡΕΩΣΤΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΙΑ ΕΝ ΑΓΝΟΙΑ ΤΗΣ


Βοηθάει τη μητέρα της να ξαπλώσει, σβήνει τα φώτα, αφήνει μονάχα ένα μικρό πορτατίφ αναμμένο και την πόρτα του δωματίου μισάνοιχτη. Υπάρχει ένα χάος στην κουζίνα που πρέπει να μπει σε τάξη πριν από το φως της μέρας. Μαζεύει τα γυαλιά και τα χώματα, τα πετάει στα σκουπίδια, τινάζει το λερωμένο τραπεζομάντιλο και το βάζει στα άπλυτα. Στρώνει ένα καθαρό κι αρχίζει να σφουγγαρίζει. Περασμένα μεσάνυχτα, σφουγγαρίζει και σκέφτεται. Την έχει ξαναζήσει αυτή την ιστορία... Με το ένα ή το άλλο σκηνικό, σε μικρότερη ή μεγαλύτερη ηλικία, με λιγότερη ή περισσότερη βία...


Σαν φωνές από σκοτεινό βαθύ πηγάδι, έρχονται στα αυτιά της οι φράσεις της μητέρας της από το παρελθόν. "Αν δεν είχα εσένα, θα ήταν αλλιώς τα πράγματα... Για χάρη σου τα υπομένω αυτά... Για το καλό σου βασανίζομαι..."
Χρεωστικά γραμμάτια που υπέγραφε εν αγνοία της η Βερονίκη, από τα άγουρα χρόνια της ακόμα. Τώρα οι φράσεις ηχούν στο μυαλό της καθαρές, γυμνές από το ρούχο της ασάφειας που φορούσαν κάποτε. Από την πρώτη αρχή, λοιπόν, από τη σύλληψή της ακόμη, υπήρξε ένα εμπόδιο στη ζωή των γονιών της, ένα βάρος και για τη μητέρα της...


Ρίχνει ολόγυρα τη ματιά της. Όλα είναι καθαρά και τακτοποιημένα. Τίποτα δε φανερώνει όσα προηγήθηκαν, κι από το υπνοδωμάτιο δίπλα ακούγεται η ήσυχη ανάσα της μητέρας της που έχει παραδοθεί στον ύπνο. Με λίγη φαντασία μπορεί να προσποιηθεί πως όλα ήταν ένα κακό όνειρο. Το πρωινό της άλλης μέρας δεν θα βρει τίποτα διαφορετικό που να ταράξει τον ρυθμό του.
Γιατί, αν το θέλει, η καρδιά του καθενός κρατάει καλά τα μυστικά της απ' το φως.


Ποια πληγή πονάει περισσότερο, δεν μπορεί η Βερονίκη να ξεχωρίσει. Της μητέρας της, που μια ολόκληρη ζωή, από τότε που θυμάται τον εαυτό της σχεδόν, της εκμυστηρευόταν τα προβλήματά της, ζητώντας τη συμπαράσταση και τη βοήθειά της; Να παραπονιέται για τον πατέρα μετά τους καυγάδες τους, να λέει πως δεν τον αντέχει, να κλαίει, να ουρλιάζει. Και την ίδια να μην την αφήνει ούτε καν να του μιλήσει, να την αγχώνει συνέχεια, μήπως κάνει κάτι και τον δυσαρεστήσει ή τον εξαγριώσει.
Αλλά μήπως δεν υποφέρει κι από του πατέρα της την πληγή; Γιατί, αυτός είναι ο πατέρας της, είναι σίγουρη. Με μια παράξενη ηρεμία διαπιστώνει πως, ακόμα κι αν δεν ήταν ο φυσικός της πατέρας, πάλι το ίδιο θα ήταν για κείνην. Αυτόν είχε γνωρίσει σαν πατέρα, μ' αυτόν σαν πατέρα είχε μεγαλώσει, αυτόν είχε αγαπήσει.
Ήταν πάρα πολύ αργά για να νιώσει διαφορετικά. Κι ήθελε κι αυτός να την αγαπάει το ίδιο, να την καμαρώνει, με τον απλό, αυθόρμητο, λαϊκό τρόπο που καμάρωναν τις κόρες τους οι άλλοι πατεράδες στη γειτονιά.


Και να, που τα χρόνια πέρασαν, εκείνη μεγάλωσε, δοκίμασε να πετάξει με τα δικά της φτερά, κι αυτοί οι δυο, οι γονείς της, εξακολουθούν να βρίσκονται στο κέντρο του κύκλου της ζωής της, κρατώντας τη δεμένη μαζί τους, με ένα νήμα αόρατο που την κάνει να στριφογυρίζει διαρκώς γύρω τους, επιστρέφοντας στα ίδια, ξανά και ξανά.


Κρύβει το πρόσωπό της στις παλάμες της. Με τον πανικό του ακροβάτη που νιώθει ότι το σκοινί κάτω απ'ο τις πατούσες του χαλαρώνει, αντιλαμβάνεται ξαφνικά ότι δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένη χωρίς τις ευλογίες τους!


Αγγελική Μπούλιαρη, "Η αγάπη φυλαχτό", Εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες



ΞΥΠΝΗΤΗΡΙ ΣΕ ΑΔΕΙΟ ΔΩΜΑΤΙΟ


Οι νύχτες της άδειες, οι μέρες της χωρίς σκοπό, η ζωή χωρίς τον Τόνι είχε γίνει πραγματικά δύσκολη για την Πέρσα. Με μια κίνηση απαραίτητα συνεχή, μηχανική, σαν ρολόι-ξυπνητήρι που δουλεύει στην εντέλεια και χτυπάει στην προκαθορισμένη ώρα, αν και για κάποιο λόγο ξεχασμένο από τον κάτοχό του. Κανέναν δεν ξυπνάει ή καθοδηγεί, κανέναν δεν αγχώνει με το λίγο του χρόνου, ούτε τον ευχαριστεί με την αναμονή μιας ευτυχίας που πλησιάζει.

Όμως, εκείνο επιμένει να αντηχεί μονότονα σ' ένα άδειο δωμάτιο, ή να χτυπάει σε μια έρημη παραλία, δίπλα από τα σημάδια που έχει αφήσει στην άμμο ένας βιαστικά διπλωμένος υπνόσακος, ή μέσα σ' ένα σωρό από σκουπίδια εξακολουθεί να δουλεύει, με μόνη ελπίδα, έστω, να το βρει κάποιος ρακοσυλλέκτης...

Έτσι δε χτυπάνε απελπισμένα όλες οι άγρυπνες, μοναχικές καρδιές μες στα σιωπηλά δωμάτια, απ' όπου έχει από καιρό χαθεί η όποια επαφή;

Αγγελική Μπούλιαρη, "Η αγάπη φυλαχτό", Εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες


Βρείτε την Αγγελική Μπούλιαρη και τα βιβλία της εδώ:














Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ


Ήλιος και Σκιά.
Βενετία, πίσω από το Σαν Μάρκο.
Βόλτα με τη γόνδολα.
(Φωτογραφία: Αγγελική Μπούλιαρη)
Περπατάω κάτω απ’ το ζεστό ήλιο.
Βουλιάζω στην άμμο πλάι στο νερό.
Περνάω μες απ’ τα χάδια ελαφρού αέρα.
Νοιώθω ξανά ευτυχισμένη
που περπατάω στον ήλιο,
μετά από πολύ καιρό.
Είναι μια υπέροχη μέρα!
Μια μέρα που μπορεί
να με κρατήσει ζωντανή,
για τουλάχιστον μία
ακόμα μέρα…

Από τη Συλλογή: "Η νοσταλγία του παλιού πόνου", Άνεμος Εκδοτική, 2015