Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

ΧΡΟΝΟΣ ΑΚΙΝΗΤΟΣ! ΑΝΙΚΗΤΟΣ ΧΡΟΝΟΣ!

Ας σταματούσε ο χρόνος!


Όμως το ήξερε, ο Χρόνος νικάει, δεν νικιέται. Είναι ο κατακτητής, δεν κατακτάται. Ορίζει, δεν ορίζεται. Είναι ένας μάγος αυτοκράτορας που δίνει εντολές ανέκκλητες με την υπεροψία της αδιαφιλονίκητης εξουσίας του.

Με το μανδύα του ορίζει τι θα αποκαλυφθεί και τι θα παραμείνει μυστικό δικό του στους αιώνες. Με μια του κίνηση, τραβάει το μανδύα και τα κρυμμένα λούζονται στο φως και φανερώνονται. Και με μια άλλη κίνηση σκεπάζει πρόσωπα, πράξεις, πράγματα και το σκοτάδι καταπίνει τα μυστικά.

Αυτός ορίζει τι θα θεραπευτεί και τι ανίατο θα μείνει.

Όταν εκείνος βιάζεται, σε παρασύρει στο βιαστικό του βάδισμα, και δεν μπορείς να τον προλάβεις, όσο κι αν ασθμαίνεις. Και συνήθως βιάζεται όταν είσαι ευτυχισμένος...
Όταν βαριέται, πάει ανελέητα αργά και δεν μπορείς καν να τον σπρώξεις - είναι τόσο βαρύς! Και συνήθως βαριέται, όταν εσύ βαλτώνεις στην απελπισία...

Χρόνος ακίνητος! Ανίκητος Χρόνος!


Όταν γκρεμίζονται οι μύθοι και τα παιδικά πιστεύω
και βρίσκεις την τόλμη να ζήσεις τη δική σου ζωή
Έτσι κι αυτή τη φορά ο Χρόνος οδήγησε με τις βιαστικές δρασκελιές του την κούρσα, φέρνοντας την εβδομάδα των εραστών στο σκοτεινό χώρο των μυστικών του παρελθόντος και την ίδια τη Βερονίκη μαζί με την Ισμήνη στη σάλα αναμονής του αεροδρομίου του νησιού, να περιμένουν το Μάριο.

Ούτε στιγμή δεν είχε φανταστεί η Βερονίκη ότι και το δευτερόλεπτο μακριά από τον Τόνυ θα ήταν τόσο βασανιστικό κι ότι θα χρειαζόταν να πιέσει τόσο πολύ τον εαυτό της για να δείχνει χαρούμενη! Έπρεπε, όμως. Για το Μάριο. Που ήταν καλός και σωστός και σίγουρα δεν άξιζε όσα του έκρυβε.

Λιγομίλητη και μ' ένα αδιόρατο μελαγχολικό χαμόγελο τον παρακολουθούσε, ενώ μιλούσε με την ξαδέρφη του, και κατέληγε πάλι στο ίδιο απελπιστικό συμπέρασμα. Δεν είχε το δικαίωμα να τον πληγώσει. Ποτέ δεν θα έβρισκε το θάρρος να του πει τι συνέβαινε.

Και τον ακολούθησε ξανά, στο νοτιοδυτικό άκρο του νησιού αυτή τη φορά, κοιμήθηκε μαζί του στα λευκά σεντόνια ενός άλλου πολυτελούς ξενοδοχείου, ενώ η σκέψη της άλλο κορμί αγκάλιαζε κι άλλο στόμα φιλούσε, έβγαλε κι άλλες ευτυχισμένες φωτογραφίες κι έκλαψε κρυφά...


Το δικαίωμα του λάθους και της προσωπικής επιλογής

Βρείτε την Αγγελική Μπούλιαρη και τα βιβλία της εδώ:













 


Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

ΣΥΝΤΟΜΕΨΕΣ ΤΟΣΟ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΠΑΦΗ, ΣΧΕΔΟΝ ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΣΕΣ!

Από τη νουβέλα: Εγώ αγαπώ, αυτή καπνίζει

Από: Το Ημερολόγιο της Λυδίας

Πέμπτη 23 Νοέμβρη


Το ταξί με άφησε μπροστά στο Ξενοδοχείο Esmeralda, σ’ έναν ήσυχο δρόμο. Στο βάθος η Notre Dame, επιβλητικά γοτθική, ανυπέρβλητα μεγαλειώδης, φαινόταν να μου προσφέρει τη στοργική σκέπη της. Ο οδηγός ήρθε από την πλευρά μου να μου ανοίξει την πόρτα. Μόλις πάτησα το πόδι μου στην άσφαλτο, μια παράξενη συγκίνηση με κατέλαβε κι ένιωσα τα μάτια μου να βουρκώνουν. Σήκωσα το βλέμμα ψηλά, στη στέγη του κτιρίου κι ακόμα πιο ψηλά, πέρα απ’ αυτήν, στον καθαρό, καταγάλανο ουρανό και πήρα μια βαθιά ανάσα.

Πατώ τον τόπο που ζεις!

Θα μπορούσα, αμετανόητη νοσταλγός, να γονατίσω και να φιλήσω τον τόπο που ζεις…

«Είμαι εδώ», σου είπα απλά, μόλις απάντησες στο τηλέφωνο.



 Φόρεσα ένα μπεζ ταγιέρ, όπως σου είχα πει, όταν συζητήσαμε πώς θα γνώριζε ο ένας τον άλλον. ‘Εσείς οι γυναίκες αλλάζετε διαρκώς’, μου είπες σοβαρά. ‘Ίσως είναι κι αυτό μέρος της γοητείας σας. Πώς είσαι;’ Σου είπα πως δεν έχω αλλάξει πολύ, έχω πάρει λίγα κιλά μονάχα κι έχω λίγο πιο κοντά τα μαλλιά μου. Με συμβούλεψες να ντυθώ ζεστά, γιατί τα βράδια είναι ψυχρά.

Πώς θα μου φαινόσουν; Μήπως μια πλάνη που θα κατέρρεε μέσα σε λίγες στιγμές, μια μακρόχρονη πλάνη με στιγμιαίο τέλος; Πώς θα σου φαινόμουν; Μια ‘καλοζωισμένη αστή’, μια ‘μεσήλικη νοικοκυρά’;

Το στομάχι μου είχε γίνει κόμπος. Σε λίγο θα αντιμετώπιζα ‘το στοιχειό’ της ζωής μου.  Ωστόσο ήμουν προετοιμασμένη. Και ποτέ δεν υπήρξα δειλή. Οδυνηρή ή όχι η συνάντηση αυτή, θα ήταν μια λύτρωση…

 Bγαίνοντας από το ξενοδοχείο, σε είδα αμέσως. Ήσουν ακουμπισμένος πάνω σ’ ένα μεγάλο τζιπ με πινακίδες του Διπλωματικού Σώματος. Δεν είχες αλλάξει καθόλου, μονάχα ακόμα πιο αδύνατος από τότε. Μοντέρνος όπως πάντα. Τότε μακριά μαλλιά, μούσι, μπλουτζίν και πουκαμίσες με ζωηρά χρώματα. Τώρα κοστούμι με πουκάμισο χωρίς γραβάτα και μαλλιά κουρεμένα πολύ κοντά. Σχεδόν όπως σ’ είχα ονειρευτεί…

Σταθήκαμε ο ένας απέναντι από τον άλλον και κοιταχτήκαμε βουβοί. Τα μάτια σου εξακολουθούσαν να είναι δυο λίμνες, σκοτεινές μα και γλυκές, που με  πλανερά καλέσματα με βούλιαζαν ηδονικά μες στο βυθό τους.

Ήταν παράξενο, λοιπόν, αλλά αληθινό: Ο χρόνος για μένα, πραγματικά, είχε σταματήσει στο παρελθόν…

Χαμογελάσαμε αμήχανοι και οι δύο.

«Ας χαιρετηθούμε, λοιπόν. Τι περιμένουμε;» είπες πρώτος.

Δώσαμε τα χέρια και φιληθήκαμε στο μάγουλο. Σαν δυο παλιόφιλοι που συναντιούνται ξανά, μετά από πολύ καιρό, αγκαλιαστήκαμε και με χτύπησες φιλικά στην πλάτη. Κι εγώ αφέθηκα. Ακούμπησα το κεφάλι μου απαλά στο στέρνο σου, κοντά στη λακκουβίτσα του λαιμού σου, κι ανέπνευσα τη μυρωδιά σου. Την είχα τόσο λαχταρήσει αυτή τη στιγμή! Τότε εσύ, με τα δυο σου χέρια, μ’ έπιασες από τα μπράτσα και με απομάκρυνες μαλακά…

Συντόμεψες τόσο αυτή την επαφή, σχεδόν την εξαφάνισες!

Και τότε ο χρόνος, με μια  ματωμένη χαρακιά, επιτέλους ξεκόλλησε από το παρελθόν και μ’ ένα τεράστιο άλμα, άρχισε πάλι να κυλά, από το παρόν αυτή τη φορά…



Απόσπασμα από το βιβλίο: Εγώ αγαπώ, αυτή καπνίζει