Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΣΟ ΛΑΜΠΕΡΟΣ Ο ΗΛΙΟΣ ΠΟΣΟ ΚΙΤΡΙΝΑ ΤΑ ΤΡΟΛΕΪ-Μυθιστόρημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΣΟ ΛΑΜΠΕΡΟΣ Ο ΗΛΙΟΣ ΠΟΣΟ ΚΙΤΡΙΝΑ ΤΑ ΤΡΟΛΕΪ-Μυθιστόρημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014

Η ΕΛΕΝΑ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ για το βιβλίο ΠΟΣΟ ΛΑΜΠΕΡΟΣ Ο ΗΛΙΟΣ, ΠΟΣΟ ΚΙΤΡΙΝΑ ΤΑ ΤΡΟΛΕΪ

ΠΟΣΟ ΛΑΜΠΕΡΟΣ Ο ΗΛΙΟΣ ΠΟΣΟ ΚΙΤΡΙΝΑ ΤΑ ΤΡΟΛΕΪ
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Πλατύπους, 2005
Σελίδες 372

Για την Άνθια, τη νεαρή ηρωίδα του βιβλίου, "πατέρας" σημαίνει ένα ακίνητο πρόσωπο σε μια φωτογραφία, και "μητέρα" μια λειψή παρουσία που αναζητά στοργή μόνο για τον εαυτό της.
Η Άνθια γίνεται ανεξάρτητη νωρίς, από ανάγκη, μαθαίνει να βρίσκει πάντα μια λογική αιτία για να αποφεύγει τη δέσμευση και πιστεύει στην προσωπική της ελευθερία... Είναι όμως πραγματικά ελεύθερη ή είναι δέσμια του παρελθόντος και των φόβων της;
Η σχέση της μ' έναν πολύ μεγαλύτερό της, παντρεμένο άντρα ανατρέπει τα πάντα και την οδηγεί σε αδιέξοδο. Θα καταφέρει η Άνθια να ξεπεράσει αυτή την ύστατη δοκιμασία, να αντιμετωπίσει τους φόβους της και να ξετυλίξει το μπερδεμένο κουβάρι της ζωής της; (Από το οπισθόφυλλο)

Έγραψε η Έλενα Γεωργιάδη για το βιβλίο ΠΟΣΟ ΛΑΜΠΕΡΟΣ Ο ΗΛΙΟΣ ΠΟΣΟ ΚΙΤΡΙΝΑ ΤΑ ΤΡΟΛΕΪ:

Το ταξίδι μιας γυναίκας για να απελευθερωθεί από το παρελθόν και τους φόβους της. Μια ιστορία που υπογραμμίζει τον θεμελιώδη ρόλο που παίζει η παιδική ηλικία στην ενήλικη ζωή μας, και τη ζωτική σπουδαιότητα της αγάπης ακόμα και όταν ο νους μας είναι πάρα πολύ νέος για να καταλάβει ότι πραγματικά του λείπει, αλλά η καρδιά το γνωρίζει.

Το πρώτο μυθιστόρημα της Αγγελικής Μπούλιαρη διηγείται τη ζωή της Άνθιας, μιας νεαρής Ελληνίδας που γεννιέται στη δεκαετία του 1950 στην επαρχιακή Ελλάδα, και μεγαλώνει μέσα σε μία μονογονεϊκή οικογένεια στην Αθήνα.

Για την Άνθια, "πατέρας" σημαίνει ένα ακίνητο πρόσωπο σε μια φωτογραφία και "μητέρα" μια παρουσία που δεν είναι λιγότερο απούσα από τον πατέρα. Όταν ήταν μικρή, όταν συνήθως ρωτούσαν τα παιδιά, όχι "Ποιο είναι το όνομά σου;" αλλά "Ποιανού είσαι;", εννοώντας "Ποιος είναι ο πατέρας σου;", έτρεμε την ερώτηση αυτή περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη.

Η μητέρα της, η Δωροθέα, είχε ενημερώσει από νωρίς την Άνθια, ότι οι άντρες την εγκατέλειπαν, επειδή "δεν μπορούσαν να αναλάβουν την ευθύνη ενός παιδιού και μάλιστα ενός κοριτσιού που θα χρειαζόταν προίκα". Έτσι, στα εικοστά της γενέθλια, έπειτα από μία πλάγια, ευγενική υπόδειξη, η Άνθια φεύγει από το σπίτι, εφόσον η μητέρα της, επιτέλους, παντρεύεται και θα φέρει στον κόσμο μια αληθινή χαρά, ένα αγοράκι.

Η Άνθια εναγκαλίζεται την ανεξαρτησία της και αποφασίζει να μην αφήσει κανέναν να εισβάλει στην οργανωμένη ζωή της, αλλά όταν συναντάει τον Άλκη, έναν παντρεμένο άντρα, με τα διπλά της χρόνια, προδίδει τις πεποιθήσεις της με χαοτικές συνέπειες.

Η μεγάλη απόλαυση στο "Πόσο λαμπερός ο ήλιος, πόσο κίτρινα τα τρόλεϊ" έγκειται στους χαρακτήρες της Αγγελικής Μπούλιαρη, από την δυνατή αλλά ψυχρή Δωροθέα και τον αδύναμο Χριστόφορο, μέχρι την Μαρκέλλα, την άλλη γυναίκα που παλεύει με τους δικούς της δαίμονες. Και επίσης στις περιγραφές του τόπου και του χρόνου, της Ελλάδας των δεκαετιών 1950 και 1970.

Το "Πόσο λαμπερός ο ήλιος, πόσο κίτρινα τα τρόλεϊ" συνδυάζει την ευρεία οπτική του κοινωνικού μυθιστορήματος για τους αγώνες των γυναικών στη μεταπολεμική Ελλάδα και την Ελλάδα της δεκαετίας 1970 με την προσωπική ιστορία της Άνθιας, μιας από τις πιο αξέχαστες ηρωίδες που έχουν εμφανιστεί σ' ένα μεγάλο χρονικό διάστημα της Ελληνικής Λογοτεχνίας.









Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

ΚΡΙΤΙΚΗ της ΜΑΙΡΗΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΠΟΣΟ ΛΑΜΠΕΡΟΣ Ο ΗΛΙΟΣ ΠΟΣΟ ΚΙΤΡΙΝΑ ΤΑ ΤΡΟΛΕΪ"

Κριτική της Μαίρης Ζαχαράκη για το βιβλίο "Πόσο λαμπερός ο ήλιος, πόσο κίτρινα τα τρόλεϊ"

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012 18:18 Μαίρη Ζαχαράκη Μ\' ένα βιβλίο ...πετάω
«… "Πόσο λαμπερός ο ήλιος! Πόσο κίτρινα τα τρόλεϊ!" αναφώνησε ξαφνιασμένη σαν παιδί σχεδόν εκστατική. Είχε ξεχάσει τη βουή του δρόμου, τη λάμψη του ήλιου, το κίτρινο χρώμα! Όλα παλιά, πολύ παλιά και λησμονημένα, η ίδια η ζωή, παλιά και λησμονημένη, σαν τρενάκι που βγαίνει από το σκοτάδι του τούνελ στο φως, ερχόταν ξανά προς το μέρος της για να την συναντήσει…»

Από την Πλατύπους Εκδοτική, κυκλοφορεί το πρώτο βιβλίο της χαρισματικής συγγραφέως, Αγγελικής Μπούλιαρη κι έχει τίτλο «Πόσο λαμπερός ο ήλιος Πόσο κίτρινα τα τρόλεϊ». Πρόκειται για ένα βαθιά ανθρώπινο μυθιστόρημα, που δείχνει πως η κατάκτηση της ευτυχίας, περνά από δύσβατα, ανήλιαγα μονοπάτια, στοιχειωμένα από ανήλικους πόθους, λειψά όνειρα και ξεχασμένες αποσκευές από ταξίδια ματαιωμένα.
Η γραφή της Αγγελικής Μπούλιαρη, διακρίνεται από ποιότητα, λυρισμό και ρεαλισμό σε σωστή αναλογία, ώστε να αιχμαλωτίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την πρώτη λέξη ως την τελευταία. Κάθε της ήρωας είναι πλασμένος από την πένα της με φροντίδα, με ευδιάκριτα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, με παρελθόν φωτισμένο για να μπορεί κάποιος να μπει στην ψυχοσύνθεσή του, να τον καταλάβει, να συμπορευτεί μαζί του στις σελίδες του βιβλίου. Χωρίς να παίρνει θέση, παραθέτει τα αναγκαία στοιχεία στην αφήγηση, επιτρέποντας σε αυτόν που διαβάζει να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.
Δύο συναισθήματα, δύο έννοιες, δύο λέξεις διαπνέουν κατά κύριο λόγο ολόκληρο το βιβλίο: «αγάπη» και «ευτυχία». «… Όποιος δεν γνώρισε την αγάπη στα παιδικά του χρόνια είναι ανίκανος, ναι έτσι ακριβώς, ‘ανίκανος’, να νιώσει και να δώσει αγάπη» σελ. 249, ή «… Τελικά, ανακάλυπτε ξαφνιασμένη, ήταν όμορφα να έχεις έναν ώμο να ακουμπήσεις, ήταν ευτυχία να ξέρεις ότι κάποιος έχει την έγνοια σου και είναι πάντα εκεί για σένα…». Φευγαλέα αγγίζουν κάθε φορά την ζωή της Άνθιας, απλά για να ξέρει πως υπάρχουν κι αυτά, και όχι μόνο απόρριψη, απόγνωση, πόνος, μοναξιά, ψευδεπίγραφη ανεξαρτησία, εγκατάλειψη, φόβος.
Μεγαλώνει χωρίς πατέρα και με μια μητέρα που δηλητηριάζει την σκέψη της με μισές αλήθειες και ανεπαρκώς καλύπτει τις στοιχειώδεις της ανάγκες, αποζητώντας τρυφερότητα μόνο για την ίδια. Αναγκάζεται, πρόωρα, να διεκδικήσει μια θέση κάτω από τον ήλιο και να γευτεί την μοναξιά της προσωπικής της ελευθερίας. Ασυμβίβαστη, χαράζει την δική της διαδρομή στο χάρτη της ζωής, βάζοντας υποθήκη τα πιο μύχια αισθήματά της και τις καλά κρυμμένες αλήθειες της.
Ο Άλκης, ένας μεγαλύτερός της άντρας, γεννημένος κυνηγός, αναγνωρίζει τα ορμέφυτα που την συνθέτουν και κάνει κτήμα του την ευαίσθητη καρδιά της. Οι ισορροπίες της ανατρέπονται, και η απόσταση ανάμεσα στο σωστό και το λάθος εκμηδενίζεται, τυλίγοντάς την σ’ ένα σκοτεινό κύκλο, που την οδηγεί, με μαθηματική ακρίβεια, στην αυτοκαταστροφική παραφορά.
Υπάρχει διέξοδος για την νεαρή γυναίκα από τα δαιδαλώδη μονοπάτια της κλονισμένης της εμπιστοσύνης; Θα καταφέρει να βάλει σε μια σειρά αλληλουχίας το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της; 
Ως επίλογο, ας κλέψουμε λίγες τελευταίες φράσεις του βιβλίου που θα σας συνεπάρει, θα σας συγκινήσει, θα σας προβληματίσει, ανταμείβοντάς σας με γνώση που, όπως γνωρίζετε καλά, είναι δύναμη (!):

«…Μόλις άναψε το πράσινο φανάρι, την ώρα που το πόδι της κατέβαινε από το πεζοδρόμιο και πατούσε στην άσφαλτο, ένιωσε σαν να πατάει ξαφνικά σε σταθερό έδαφος ύστερα από πολύ  καιρό, βάζοντας τέρμα στην αγωνία μιας διαρκούς πτώσης στο κενό, και λίγες στιγμές αργότερα, από το απέναντι πεζοδρόμιο πια, αποχαιρέτησε με μια τελευταία ματιά τον τενεκέ των σκουπιδιών που είχε καταπιεί την κομματιασμένη συνταγή και τα θρύψαλα της προηγούμενης ζωής της. Ύστερα άφησε πίσω της την πίκρα της εγκατάλειψης κι έστρεψε το βλέμμα ολόισια μπροστά στο βάθος του δρόμου και στη θέληση να ζήσει…»

Μαίρη Ζαχαράκη

Βρείτε το βιβλίο εδώ:
http://www.biblionet.gr/book/93928
http://www.biblionet.gr/author/55327/Αγγελική_Μπούλιαρη_-_Αργυράκη

Βρείτε την Αγγελική Μπούλιαρη και τα βιβλία της εδώ:

 http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/egw-agapw-auth-kapnizei.html












Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΜΒΥΣΗ για το βιβλίο "ΠΟΣΟ ΛΑΜΠΕΡΟΣ Ο ΗΛΙΟΣ ΠΟΣΟ ΚΙΤΡΙΝΑ ΤΑ ΤΡΟΛΕΪ"

Η Αναστασία Καμβύση προτείνει για ανάγνωση  στο περιοδικό GLAMOUR Νο. 43, Ιούνιος 2005

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΠΟΥΛΙΑΡΗ, Πόσο λαμπερός ο ήλιος, πόσο κίτρινα τα τρόλεϊ


Για βιβλιοφάγους

Σε 372 χορταστικές σελίδες απλώνει την ιστορία της Άνθιας, μιας ανεξάρτητης αλλά ευαίσθητης γυναίκας που ζει μια μεγάλη ερωτική ιστορία, η πρωτοεμφανιζόμενη στη λογοτεχνία Αγγελική Μπούλιαρη-Αργυράκη στο μυθιστόρημα με τίτλο: Πόσο λαμπερός ο ήλιος, πόσο κίτρινα τα τρόλεϊ. Κυκλοφορεί από την Πλατύπους Εκδοτική.


ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Για την Άνθια, τη νεαρή ηρωίδα του βιβλίου, 'πατέρας' σημαίνει ένα ακίνητο πρόσωπο σε μια φωτογραφία, και 'μητέρα' μια λειψή παρουσία που αναζητά στοργή μόνο για τον εαυτό της.
Η Άνθια γίνεται ανεξάρτητη νωρίς, από ανάγκη, μαθαίνει να βρίσκει πάντα μια λογική αιτία για να αποφεύγει τη δέσμευση και πιστεύει στην προσωπική της ελευθερία. Είναι όμως πραγματικά ελεύθερη ή είναι δέσμια του παρελθόντος και των φόβων της;
Η σχέση της μ' έναν πολύ μεγαλύτερό της, παντρεμένο άντρα ανατρέπει τα πάντα και την οδηγεί σε αδιέξοδο. Θα καταφέρει η Άνθια να ξεπεράσει αυτή την ύστατη δοκιμασία, να αντιμετωπίσει τους φόβους της και να ξετυλίξει το μπερδεμένο κουβάρι της ζωής της;

Ένα κοινωνικό μυθιστόρημα, γραμμένο με ρεαλισμό και ευαισθησία, που αναφέρεται στην αδιάκοπη προσπάθεια του ανθρώπου να ισορροπήσει και να ευτυχήσει.
Ένα βιβλίο που τονίζει τον καθοριστικό ρόλο των χρόνων της παιδικής ηλικίας και τη μεγάλη σημασία της Αγάπης στη ζωή μας, ακόμα και στα χρόνια της άγνοιας.

Λεπτομέρειες
Τίτλος: Πόσο λαμπερός ο ήλιος, πόσο κίτρινα τα τρόλεϊ
Συγγραφέας: ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΠΟΥΛΙΑΡΗ-ΑΡΓΥΡΑΚΗ
Εκδότης: ΠΛΑΤΥΠΟΥΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ




Βρείτε την Αγγελική Μπούλιαρη και τα βιβλία της εδώ:

 http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/egw-agapw-auth-kapnizei.html














Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

Κριτική του Αποστόλη Καλαντζή για το "Πόσο λαμπερός ο ήλιος, πόσο κίτρινα τα τρόλεϊ"


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
Εκπαιδευτικοί συγγραφείς

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΠΟΥΛΙΑΡΗ-ΑΡΓΥΡΑΚΗ
"Πόσο λαμπερός ο ήλιος, πόσο κίτρινα τα τρόλεϊ", ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Εκδόσεις ΠΛΑΤΥΠΟΥΣ, Αθήνα 2005

Δυναμικά και με αξιώσεις μπήκε στο χώρο της λογοτεχνίας η κ. Αγγελική Μπούλιαρη- Αργυράκη με το μυθιστόρημά της "Πόσο λαμπερός ο ήλιος, πόσο κίτρινα τα τρόλεϊ".

Το θέμα της κοινωνικό, βγαλμένο μέσα από την καθημερινή πραγματικότητα.
Η Άνθια, η ηρωίδα του βιβλίου, έναν νέο, όμορφο και δροσερό κορίτσι, χωρισμένων γονιών, αποφασίζει να ζήσει μια ζωή ανεξάρτητη, να στηρίζεται στα δικά της πόδια, με αξιοπρέπεια, χωρίς κοινωνικούς συμβιβασμούς και παράλληλα πασχίζει να αποκαταστήσει τη χαμένη οικογενειακή της ισορροπία.

Η συγγραφέας χειρίζεται το θέμα της με δεξιοτεχνία, με αποτέλεσμα να προκαλεί και να συντηρεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη, από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα του βιβλίου. Το βιβλίο της είναι γραμμένο σε γλώσσα απλή και κατανοητή, χωρίς πλατειασμούς, περιττά στολίδια και εκφραστικές αστοχίες, με σωστά ελληνικά. Η ίδια, άλλωστε, έχει σπουδάσει Ελληνική και Αγγλική Φιλολογία, με θητεία πολλών χρόνων στη δημόσια εκπαίδευση. Η ανάγνωση κυλά αβίαστα κερδίζοντας από τις πρώτες σελίδες τον αναγνώστη που συμπάσχει και συμπορεύεται με την ηρωίδα.

Το μυθιστόρημα της κ. Αγγελικής Μπούλιαρη-Αργυράκη δεν έχει να ζηλέψει τίποτα και συγκρίνεται άνετα με έργα άλλων φτασμένων συγγραφέων. Διαβάζεται ευχάριστα και το συνιστούμε ανεπιφύλακτα.

Συγχαρητήρια, Αγγελική, και αναμένουμε τη συνέχεια...

Απ. Καλαντζής
Συνταξιούχος Εκπαιδευτικός Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης

Υ.Γ. Το άρθρο δημοσιεύτηκε την Πέμπτη, 19 Μαϊου 2005, στην εφημερίδα Σήμερα, αριθμ. φύλλου 2396



Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

Παράξενα, Ξεχωριστά Κοχύλια


Αυτό ήταν, λοιπόν, σκέφτηκε η Άνθια. Έτσι έκλεισε κι αυτό το κεφάλαιο μιας συνεργασίας τριών ετών, χωρίς μια λέξη. Ουδείς αναντικατάστατος, επαληθεύτηκε ακόμα μια φορά, άλλωστε, τώρα, το πιο πιθανό ήταν να μην χρειάζονταν καν βοηθό γραμματέα, αφού η Τζούλια είχε ξεμπερδέψει με γέννες και μπιμπερό και πάνες, και η παραίτηση να τους ήρθε κουτί.
Όσο σε χρειάζονται, σε ξεζουμίζουν. Θυμήθηκε τις αμέτρητες φορές που είχε βγάλει δουλειά δυο και τριών υπαλλήλων, αν είσαι τυχερός, σου πετάνε το κόκαλο του μπόνους και καθαρίζουν. Όταν εσύ έχεις ανάγκη, δεν σε ρωτάνε, οι παροχές δίνονται με το σταγονόμετρο, κι όταν πάψεις να προσφέρεις όσα συνήθιζες στο παρελθόν, αν δεν σε πετάξουν, πάντως ξέρουν να σου δείχνουν με τρόπο την πόρτα.


 Ο Μαθιόπουλος, ας πούμε, ποτέ δεν της είχε παραχωρήσει ούτε μια μέρα άδεια για να δώσει εξετάσεις, ούτε καν χωρίς αποδοχές. "Μόλις τελειώσεις το γράψιμο, γύρνα στο γραφείο, έχουμε πολλή δουλειά", ήταν το μοτίβο του, η άδεια που της έδινε ήταν για λίγες ώρες μονάχα.  Αναρωτήθηκε, αν η τόση προσφορά της, ως εργαζόμενης, άξιζε τον κόπο, και ψάχνοντας για την απάντηση, ένιωσε μπερδεμένη, διχασμένη, όσον αφορούσε στη θέση της εργασίας, γενικά, στη ζωή της. Παλιά, ήταν σίγουρη ότι άξιζε η δουλειά να είναι πρώτος στόχος στη ζωή, μετά ήρθε στη ζωή της ο Άλκης και ανέτρεψε την ισορροπία, έβαλε στην πρώτη θέση την καρδιά, και να πού κατέληξε, στην ανατροπή της ανατροπής...
Και τώρα, σ' αυτή τη δύσκολη στιγμή, αυτή η δουλειά την έδιωχνε, μια άλλη, όμως, θα της άπλωνε σανίδα σωτηρίας, θα της έδινε ένα λόγο να ξυπνάει το πρωί, έναν τρόπο να ζει και να ξεχνάει... 
Παραδόξως, όλα αυτά τα εξέταζε με μια δόση ψυχρής απάθειας, σαν να είχαν νεκρωθεί πολλά από τα συναισθήματά της. Σαν να είχε ξαναγυρίσει στη ζωή το μυαλό της, αλλά όχι ολόκληρο, σαν να είχε παροπλισθεί κάποιο μέρος του.



Τέσσερις ακριβώς, βγήκε στο δρόμο. Δεν έριξε ούτε μια ματιά πίσω της, ούτε μια φορά δεν σήκωσε το κεφάλι προς το παράθυρο των γραφείων του τέταρτου ορόφου, εκεί που μόλις είχε αφήσει τρία χρόνια από τη μικρή ζωή της.
Ο ήλιος του απογεύματος, μιας από τις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη, της φάνηκε διαφορετικός. Ζεστός, γλυκός, σαν χάδι πάνω στα μάγουλα, στο λαιμό και στα μπράτσα της. Της έκανε εντύπωση που σκέφτηκε έτσι, αλλά από τη μέρα που πήρε εξιτήριο από τον 'Ευαγγελισμό', μ' έναν περίεργο τρόπο, είχαν οξυνθεί οι αισθήσεις της, είχε αρχίσει να βλέπει πράγματα, κοντινά, καθημερινά, που πριν αγνοούσε. Ο ήλιος ήταν ένα, και το πρώτο-πρώτο, από αυτά. Ήταν πάντα εκεί, μα δεν είχε προσέξει ποτέ τη ζέστα του πάνω στο δέρμα της!

Όπως τότε...


 Καλοκαιριάτικο απόγευμα, σε κάποιες ολιγοήμερες διακοπές με τον Κοσμά, σε μια παραλία στα Κύθηρα, κοντά στην Αγία Πελαγία πρέπει να ήταν, δυσκολευόταν να θυμηθεί, υπήρχαν πολλά πράγματα που δεν θυμόταν τώρα, ύστερα από την απόπειρα, "δεν χρειάζεται ν' ανησυχείς", είχε πει ο γιατρός, "θυμάσαι όλα τα βασικά, αυτά που λείπουν είναι λεπτομέρειες, δεν θέλω να πιέζεσαι", έψαχνε για κοχύλια και δεν έβρισκε τίποτα. Δεν μπορούσε να το πιστέψει, τέτοιες ακτές, χωρίς κοχύλια!
Στο τελευταίο τους μπάνιο, την ώρα που μάζευε τα πράγματά της, ξεκουμπώθηκε το ένα της σκουλαρίκι κι έπεσε στην άμμο ανάμεσα στα βοτσαλάκια. Άρχισε να ψάχνει με προσοχή, προσέχοντας να μην μετακινηθεί καθόλου και το σπρώξει με το πάτημα προς τα κάτω, και τότε τα είδε.



Χιλιάδες μικροσκοπικά κοχύλια, άσπρα, ροζ, μπεζ, κεραμιδί, γκρι, στρογγυλά, μακρόστενα, χωνάκια, μισοφέγγαρα, βρίσκονταν εκεί, κοντά της, μπροστά στα πόδια της. Ήταν πάντα εκεί, αλλά εκείνη δεν τα έβλεπε. Έψαχνε για μεγάλα, παράξενα, ξεχωριστά κοχύλια, κι αυτά ήταν τόσο διακριτικά, τόσο ταπεινά... Ενθουσιασμένη, μάζεψε μια τσάντα. Όταν έφταναν στην Αθήνα, θα τα έβαζε σε διάφανες γυάλες με νερό. Ο Κοσμάς φώναζε, "Θα χάσουμε το πλοίο, τι τα θέλεις αυτά, πάμε σ' ένα μαγαζί με σουβενίρ, να σου αγοράσω τα καλύτερα".


Έτσι ήταν και η ζωή...  Έτσι έπρεπε να αρχίσει να βλέπει τη ζωή...
  

Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

ΜΗΤΕΡΑ ΚΑΙ ΚΟΡΗ: ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΤΙΣ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΕ, ΝΙΚΟΥΣΕ



Έφυγε από το τραπέζι χωρίς να πει λέξη και πήγε στο δωμάτιό της. Όταν μπήκε η Δωροθέα, κλείνοντας μαλακά την πόρτα πίσω της, τη βρήκε καθιστή στην άκρη του κρεβατιού, να κοιτάζει αφηρημένα το είδωλό της στον καθρέφτη της ντουλάπας απέναντί της.

"Τι έγινε;" ρώτησε χαμηλόφωνα. "Δεν σ' αρέσει ο Αργύρης, για... για... μπαμπάς σου;" κατάφερε τελικά να ψελλίσει.


Η Άνθια τινάχτηκε όρθια, ξαφνιασμένη. Για... 'μπαμπάς' της! Κοίταξε τη μητέρα της κι έβαλε τα γέλια, νευρικά, σχεδόν υστερικά. Μετά σώπασε απότομα.

Στάθηκε στην άκρη της μπαλκονόπορτας, το μισό προφίλ στο φως αλλά αθέατο, το άλλο μισό ορατό μα στο σκοτάδι. Το βλέμμα της είχε περάσει το τζάμι, τα δέντρα του ακάλυπτου χώρου, τον γκρίζο τοίχο της πολυκατοικίας, την κάθετη στήλη με τα παραθυράκια του φωταγωγού στη σειρά. 
Και η ίδια, αβαρής και άυλη, είχε διαβεί την πόρτα και είχε φύγει τρέχοντας χωρίς αποσκευές στο άγνωστο μέλλον, μια άγνωστη κι αυτή χωρίς παρελθόν. Πίσω της, πρόσωπα, πράγματα, σώματα, μέχρι κι ο παλιός εαυτός της, και μπροστά της μια καινούργια αρχή, κάπου αλλού... 

Εκεί που οι άνθρωποι θα σε δέχονται όπως είσαι, δεν θα σε πεθαίνουν στις ερωτήσεις - τίνος είσαι, κοπέλα μου; δεν έχεις πατέρα; - δεν θα απαιτούν απαντήσεις, κατά προτίμηση ψεύτικες, θα σέβονται τη σιωπή σου και θα αρκούνται σε όση αλήθεια τους δίνεις. 

Εκεί που θα σε θέλουν γι' αυτό που είσαι και δεν θα σε αποδιώχνουν γι' αυτά που αθέλητα κουβαλάς.

Το βλέμμα επιστρέφει, χαζεύει τα πολυπληθή φυτά της Δωροθέας. Τα περιποιείται με φανατική λατρεία, που όμοιά της δεν έχει δείξει ποτέ σε άνθρωπο. Ολόκληρη η βεράντα έχει μετατραπεί σε μια μικρή ζούγκλα από πρασινάδες, λουλούδια, δεντράκια, σ' όλων των ειδών τις γλάστρες, πήλινες, πλαστικές, τενεκεδένιες. 

Ήθελα μόνο τη φροντίδα μιας τυχαίας γλάστρας στο μπαλκόνι σου, τίποτα παραπάνω. 

Η Δωροθέα την κοιτάζει, περιμένοντας μιαν απάντηση. Μοιάζει στενοχωρημένη, πληγωμένη.
"Δεν είναι γελοίο;" ρωτάει η Άνθια. Η φωνή της ανεπαίσθητα αλλοιωμένη, η μικρή βραχνάδα κουβαλάει μια μεγαλύτερη σκληρότητα. "Τώρα πια χρειάζομαι έναν άντρα κι όχι έναν πατέρα".
"Μα τι φταίω εγώ; Τώρα βρέθηκε ένας άντρας που να θέλει να με παντρευτεί. Μήπως κι εγώ δεν ήθελα κάτι, νωρίτερα, όλα αυτά τα χρόνια", τραυλίζει η Δωροθέα. "Το ξέρεις πως δεν έφταιγα εγώ", καταλήγει.
"Δεν είπα κάτι τέτοιο. Αλλά γιατί να τον παντρευτείς; Αυτό δεν καταλαβαίνω. Τι παραπάνω θα σου δώσει ο γάμος; Δεν είστε καλά έτσι;"
Η Δωροθέα μένει για λίγο βουβή, ύστερα το ξεστομίζει. "Είμαι έγκυος, πρώτη φορά μετά από σένα, κι αυτός θέλει και το παιδί και μένα..."

Η Άνθια στέκεται ακίνητη, κεραυνοβολημένη. Τι να προσέξει πρώτο σ' αυτή τη φράση; Το πώς τόνισε το 'και' δύο φορές ή... 'έγκυος'! Μα, όπου να ΄ναι κλείνει τα σαράντα κι έχει μια κόρη που θα μπορούσε να την κάνει γιαγιά! 
Πώς είναι δυνατό να θέλει να το κρατήσει; Πώς είναι δυνατό να θέλει τώρα, σ' αυτήν την ηλικία, με καθυστέρηση τόσων χρόνων, να ξεκινήσει μια άλλη ζωή; Αν δεν είχε δοκιμάσει τη λεγόμενη 'χαρά της μητρότητας', θα το καταλάβαινε. Και πώς θα λέει η ίδια σε λίγο καιρό ότι έχει ένα αδερφάκι που θα μπορούσε να είναι παιδί της; Πόσες εκπλήξεις θα χωρέσουν σε μια μέρα;

Η Άνθια γυρίζει προς το μέρος της Δωροθέας. Χαμογελάει, είναι πειστική, ξέρει τι πρέπει να πει. 
"Χαίρομαι για σένα, ειλικρινά! Κι αυτό κάνει τα πράγματα ευκολότερα για μένα. Είχα σκεφτεί να ενοικιάσω δικό μου διαμέρισμα κοντά στη δουλειά μου. Βλέπεις, αυτή η καθημερινή ταλαιπωρία με τη συγκοινωνία με εξοντώνει. Σήμερα θα στο έλεγα, αλλά με πρόλαβες. Θα είμαι ήσυχη τώρα, ξέροντας πως θα έχεις σύντροφο και... παιδί..."
Αγκαλιάζει τη μητέρα της απαλά. Ποτέ δεν έσφιξε η μία την άλλη δυνατά στην αγκαλιά της. Τα σώματα δεν ακουμπούσαν τελείως, πάντα έμενε ένα μικρό κενό. 

Το αγκάλιασμα αβέβαιο και λειψό, αυτό που τις απομάκρυνε, νικούσε...


Απόσπασμα από το βιβλίο:
"Πόσο λαμπερός ο ήλιος, πόσο κίτρινα τα τρόλεϊ"
Βραβείο Σύγχρονου Ελληνικού Μυθιστορήματος
21ο Πανελλήνιο Συμπόσιο Ποίησης και Πεζογραφίας



Βρείτε την Αγγελική Μπούλιαρη και τα βιβλία της εδώ:

http://www.anemosekdotiki.gr/poihsh/nostalgia.html